Απόφαση - σταθμός του Δικαστηρίου Εργατικών Διαφορών Λευκωσίας για μετατροπή σύμβασης εργαζόμενης στη Στατιστική Υπηρεσία της Δημοκρατίας από ορισμένου σε αορίστου χρόνου.

 

Σε μια απόφαση με σημαντικές προεκτάσεις για τα δικαιώματα εργοδοτουμένων με συμβάσεις ορισμένου χρόνου στο δημόσιο και όχι μόνο, ο Πρόεδρος του Δικαστηρίου Εργατικών Διαφορών Αβραάμ Χατζητζιοβάννης, δικαίωσε εργοδοτούμενη στη Στατιστική Υπηρεσία της Δημοκρατίας εκδίδοντας απόφαση με την οποία αναγνωρίζεται οτι η Αιτήτρια κατέστη εργοδοτούμενη αορίστου χρόνου. Η απόφαση αναμένεται να έχει επιπτώσεις σε πολλούς εργοδοτούμενους στο δημόσιο τομέα, οι οποίοι εργάζονται για περίοδο πέραν των 30 μηνών στη βάση συμβάσεων ορισμένου χρόνου και είναι η πρώτη στο είδος της στην Κύπρο, τουλάχιστον για εργαζόμενους στο δημόσιο τομέα.

Η Αίτηση αρ.338/2012 καταχωρίστηκε το 2012 από εργοδοτούμενη, η οποία εργαζόταν στη Στατιστική Υπηρεσία από τις 2/5/2007 στη βάση απανωτών επιστολών διορισμού της και συνεχίζει μέχρι και σήμερα να εργάζεται στην ίδια Υπηρεσία. Η Αίτηση βασίστηκε στις διατάξεις του περί Εργοδοτουμένων με Εργασία Ορισμένου Χρόνου (Απαγόρευση Δυσμενούς Μεταχείρισης) Νόμου του 2003 (Ν.98(Ι)/2003), εναρμονιστικού με τις διατάξεις της Οδηγίας 1999/70/ΕΚ του Συμβουλίου της Ευρωπαικής Ένωσης σχετικά με την υλοποίηση της συμφωνίας πλαισίου για την εργασία ορισμένου χρόνου που συνήφθη την 18/3/1999 από τους Ευρωπαίους Κοινωνικούς Εταίρους (τη CES, τη UNICE και το CEEP) με σκοπό την αποτροπή της καταχρηστικής συνομολόγησης συμβάσεων ορισμένου χρόνου από τα Κράτη Μέλη.

Η βασική επιδίωξη της Αιτήτριας ήταν η αναγνώριση του γεγονότος οτι η σύμβαση εργοδότησης, η οποία ήταν ορισμένου χρόνου κατέστη σύμβαση αορίστου χρόνου ένεκα της παρέλευσης 30 μηνών συνεχούς εργοδότησης της με μικρές διακοπές μεταξύ συμβάσεων. Η Αιτήτρια υποστήριξε οτι η αποτυχία της Δημοκρατίας να τεκμηριώσει και να αποδείξει αντικειμενικούς λόγους στα πλαίσια του αρ. 7 του Νόμου που να δικαιολογούν την μη αυτοδίκαια μετατροπή της σύμβασης σε αορίστου χρόνου μετά παρέλευση 30 μηνών, οδηγούσε αυτόματα σε μετατροπή της σύμβασης της. Το Δικαστήριο κάνοντας αποδεκτή τη θέση της Αιτήτριας, συμφώνησε οτι η αυτή είχε τεκμηριώσει την εργοδότηση της από τον ίδιο εργοδότη για διάστημα πέραν των 30 μηνών.

Περαιτέρω αποδέχτηκε τη μαρτυρία της Αιτήτριας οτι παρά τις τυπικές αναφορές στις επιστολές διορισμού της, αυτή στην ουσία εκτελούσε τα ίδια καθήκοντα από την αρχή της εργοδότησης της, καθήκοντα που αφορούσαν πάγιες, διαρκείς και όχι έκτακτες ή εποχιακές ανάγκες. Όπως χαρακτηριστικά αναφέρει το Δικαστηριο «Στην προκείμενη περίπτωση, παρατηρούμε, οτι κανένα στοιχείο δεν τέθηκε ενώπιον του Δικαστηρίου που έτεινε να καταδείξει οτι με τη λήξη των διαφόρων διαδοχικών συμβάσεων εργασίας που σύναπταν οι Καθ' ων η Αίτηση με την Αιτήτρια, αναμενόταν με επαρκή ασφάλεια οτι θα εξέλειπε και η ανάγκη για απασχόληση της». Η θέση της Δημοκρατίας οτι η πρόσληψη αφορούσε εποχιακή εργασία από οικεία κατά περίπτωση σχετικά κονδύλια του προυπολογισμού έπεσε στο κενό αφού όπως υποδεικνύει το Δικαστήριο σημασία δεν έχει ο χαρακτηρισμός της σχέσης αλλά τα ποιοτικά της χαρακτηριστικά. Την ίδια τύχη είχε και η θέση της Δημοκρατίας οτι η μετατροπή της σύμβασης σε αορίστου χρόνου είχε ως προυπόθεση την τήρηση διαδικασίας που προβλέπεται σε Νόμο ή Κανονισμό. Το Δικαστήριο σημειώνοντας οτι η υιοθέτηση μιας τέτοιας θέσης θα ήταν αντίθετη με το Ενωσιακό Δίκαιο και κάνοντας αναφορά σε νομολογία του Δικαστηρίου της Ευρωπαικής Ένωσης, υπέδειξε οτι η μετατροπή της σύμβασης από ορισμένου σε αορίστου χρόνου επέρχεται αυτοδικαίως και το βάρος απόδειξης αντικειμενικών λόγων μη μετατροπής το φέρει ο εργοδότης.

Καταλήγοντας το Δικαστήριο σημειώνει οτι οι κυρώσεις για την παραβίαση της Οδηγίας από τους εργοδότες δεν καθορίζονται στην Οδηγία αλλά αφέθηκαν στα κράτη-μέλη. Κάνοντας αναφορά στην Κυπριακή νομοθεσία το Δικαστήριο αποφαίνεται οτι η μοναδική κύρωση που προβλέπεται είναι αποκλειστικά και μόνο η μετατροπή της σύμβασης από ορισμένου σε αορίστου χρόνου και όχι η καταβολή αποζημίωσης ή άλλων οφελημάτων αναδρομικά, μη αποδεχόμενο σχετικές αιτούμενες χρηματικής φύσεως θεραπείες.

Την Αιτήτρια εκπροσώπησε το Δικηγορικό γραφείο Προύντζος & Προύντζος Δ.Ε.Π.Ε. και οι δικηγόροι Χαράλαμπος Προύντζος και Ζήνα Χαραλάμπους.