Η πλειοψηφία της Ολομέλειας του Ανωτάτου Δικαστηρίου Κύπρου, με απόφαση του ημερ.10.04.2020 στις συνεκδικαζόμενες Εφέσεις Κυπριακή Δημοκρατία ν Σωτήρη Αυγουστή κ.α, υπ’αρ.177/18 κ.α, ανέτρεψε τις αποφάσεις του Διοικητικού Δικαστηρίου ημερ. 29.03.2019 σχετικά με τις αποκοπές μισθών και συντάξεων στον ευρύτερο δημόσιο τομέα.

 Με την απόφασή του αυτή το Ανώτατο Δικαστήριο έκρινε ουσιαστικά τους πιο κάτω νόμους «Συνταγματικούς»:

  • Ν. 168(I)/2012 - Ο περί της Μείωσης των Απολαβών και των Συντάξεων των Αξιωματούχων, Εργοδοτουμένων και Συνταξιούχων της Κρατικής Υπηρεσίας και του Ευρύτερου Δημόσιου Τομέα Νόμος του 2012, ως τροποποιήθηκαν με τους Νόμους 31(Ι)/2013 και 94(Ι)/2018. 
  • Ν. 113(I)/2011 - Ο περί Συνταξιοδοτικών Ωφελημάτων Κρατικών Υπαλλήλων και Υπαλλήλων του Ευρύτερου Δημόσιου Τομέα περιλαμβανομένων και των Αρχών Τοπικής Αυτοδιοίκησης (Διατάξεις Γενικής Εφαρμογής) Νόμος του 2011. 
  • Ν. 192(I)/2011 - Ο Περί της μη Παραχώρησης Προσαυξήσεων και Τιμαριθμικών Αυξήσεων στους Μισθούς των Αξιωματούχων και Εργοδοτουμένων και στις Συντάξεις των Συνταξιούχων της Κρατικής Υπηρεσίας και του Ευρύτερου Δημόσιου Τομέα Νόμος του 2011

Υπενθυμίζεται ότι, οι πιο πάνω νομοθεσίες κρίθηκαν αντισυνταγματικές από το Διοικητικό Δικαστήριο στις 29.03.2019 ως παραβιάζουσες το Άρθρο 23 του Συντάγματος της Κυπριακής Δημοκρατίας, το Άρθρο με το οποίο διασφαλίζεται το δικαίωμα στην ιδιοκτησία. 

Στην απόφασή του, το Ανώτατο Δικαστήριο, αφού απέρριψε τις τεθείσες προδικαστικές ενστάσεις, κατά πρώτον, αναλώθηκε στην διαπίστωση και εξέταση της διαφοράς που προκύπτει ανάμεσα στο Άρθρο 23 του Συντάγματος της Κυπριακής Δημοκρατίας και στο Άρθρο 1 του Πρώτου Πρόσθετου Πρωτοκόλλου της Ευρωπαϊκής Σύμβασης Δικαιωμάτων του Άνθρωπου (ΕΣΔΑ). Στηριζόμενο στην ειδοποιό διαφορά ότι, το Άρθρο 1 του Πρωτοκόλλου της ΕΣΔΑ επιτρέπει τον περιορισμό περιουσιακού δικαιώματος για λόγους δημόσιας ωφέλειας, ενώ το Άρθρο 23(3) του Συντάγματος δεν περιλαμβάνει το δημόσιο συμφέρον ή τη δημόσια ωφέλεια στους λόγους περιορισμού του δικαιώματος ιδιοκτησίας που επιτρέπονται, το Δικαστήριο κατέληξε ότι το Άρθρο 23 του Συντάγματος παρέχει μεγαλύτερη προστασία από το Άρθρο 1 του Πρωτοκόλλου της ΕΣΔΑ. Ως εκ τούτου, οι Εφέσεις εξετάστηκαν αποκλειστικά υπό το φως του Άρθρου 23 του Συντάγματος.

Υπό το πρίσμα των ανωτέρω, το Δικαστήριο κλήθηκε μέσω των υποβληθέντων λόγων έφεσης, να εξετάσει πρωτίστως το ζήτημα της υπαγωγής της έννοιας του «μισθού» ως προστατευόμενου αγαθού στα πλαίσια του Άρθρου 23 του Συντάγματος. Βαρύνουσα σημασία απέδωσε στην απόφαση Χαραλάμπους κ.α. ν. Κυπριακής Δημοκρατίας (2014) 3 ΑΑΔ 175, στην οποία ομοίως το κράτος είχε περιέλθει σε ακραία οικονομική κρίση και ειδικότερα αντιμετώπιζε προβλήματα στα δημόσια οικονομικά όπως το κρατικό μισθολόγιο και οι σοβαροί κίνδυνοι κατάρρευσης της οικονομίας. Στην εν λόγω απόφαση,  αναγνωρίστηκε μεν ότι, ο μισθός αποτελεί ιδιοκτησιακό δικαίωμα και ως εκ τούτου οποιαδήποτε παρέμβαση επ’ αυτού εντάσσεται στο Άρθρο 23 του Συντάγματος, επισημάνθηκε όμως το πολύ σημαντικό σημείο ότι, το δικαίωμα της ιδιοκτησίας δεν επεκτείνεται σε μισθό συγκεκριμένου ύψους και βάσει τούτου, δεν αποκλείεται η διαφοροποίηση, υπό προϋποθέσεις, στο ύψος του μισθού σε συνθήκες κρίσιμες για την οικονομία σε βαθμό που να μην τίθεται σε κίνδυνο η αξιοπρεπής διαβίωση του εκάστοτε μισθωτού.

Το Δικαστήριο συνεχίζοντας στην παράθεση των διαπιστώσεων του Ανωτάτου Δικαστηρίου στην υπόθεση Χαραλάμπους (ανωτέρω), ανέφερε ότι, ακόμα και στην περίπτωση που η προστασία του μισθού δεν λαμβάνει τη μορφή προστασίας που προσδίδει το Άρθρο 23(1) του Συντάγματος, λόγω του ότι δεν θίγεται ο πυρήνας του δικαιώματος, ο περιορισμός του δικαιώματος δεν μπορεί να είναι αυθαίρετος και μη ερειδόμενος στις αποκρυσταλλωμένες αρχές της χρηστής διακυβέρνησης και της, ορθά ισοζυγισμένης λήψης αποφάσεων, από τα κρατικά όργανα. Εν συνεχεία, τονίστηκε η διαπίστωση του Δικαστηρίου στην πιο πάνω απόφαση ότι, η μείωση του μισθού δεν αποτελούσε στέρηση ή περιορισμό του δικαιώματος ιδιοκτησίας εκτός των αποδεκτών πλαισίων του Άρθρου 23 του Συντάγματος, αφού δεν επηρέαζε τον πυρήνα του δικαιώματος επί του μισθού, ο οποίος δεν αδρανοποιήθηκε και παρέμεινε άθικτος.

Το Δικαστήριο επίσης προέβη σε εκτενή αναφορά στην απόφαση Κουτσελίνη-Ιωαννίδου κ.α. ν. Δημοκρατίας (2014) 3 ΑΑΔ 361, στην οποία έτυχε εξέτασης η αναστολή στην καταβολή σύνταξης των εκεί Αιτητών, που επέφερε την ουσιαστική απώλεια της σύνταξής τους για όσο χρονικό διάστημα διαρκούσε η θητεία ή υπηρεσία τους. Στην εν λόγω απόφαση, τονίστηκε ότι το Άρθρο 23 του Συντάγματος δεν επιτρέπει την στέρηση ή τον περιορισμό του δικαιώματος στην ιδιοκτησία για λόγους δημόσιας ωφέλειας ή δημοσίου συμφέροντος και τέτοιος περιορισμός για τα εκεί εξετασθέντα συνταξιοδοτικά ωφελήματα θα επιτρέπετο μόνο για τους σκοπούς που αναφέρονται στην παράγραφο 3 του Άρθρο 23.

Με γνώμονα τις υπό αναφορά αποφάσεις, καθώς και παρατεθείσα νομολογία του Ευρωπαϊκού Δικαστηρίου Δικαιωμάτων του Ανθρώπου (ΕΔΔΑ), το Δικαστήριο κατέληξε ότι δεν δικαιολογείται να παρεκκλίνει από την ήδη γενικότερη προσέγγιση, ήτοι ότι δεν υπάρχει διαφοροποίηση μεταξύ μισθών και συντάξεων. 

Αναφερόμενο στα γεγονότα των επίδικων Συνεκδικασθείσων Εφέσεων, τόνισε ότι αυτά διαφοροποιούνται από την υπόθεση Κουτσελίνη. Σε αντίθεση με την αποστέρηση, στο διηνεκές, της σύνταξης που αποτέλεσε το επίδικο ζήτημα στην υπόθεση Κουτσελίνη, στις εξεταζόμενες περιπτώσεις πρόκειτο για μείωση της σύνταξης κατά περιορισμένο, ορθολογιστικά κλιμακωτό και για περιορισμένη χρονική διάρκεια τρόπο.

Συνακόλουθα, καταλήγοντας, το Ανώτατο Δικαστήριο υιοθέτησε το ιστορικό και την αιτιολογία της υπόθεσης Χαραλάμπους (ανωτέρω) και εμφατικά έθεσε ως δικαιολογητικό υπόβαθρο την αδήριτη ανάγκη, ενόψει των σοβαρών κινδύνων κατάρρευσης της οικονομίας και του κλονισμού των θεμελίων του κοινωνικού ιστού, για λήψη των απαιτούμενων μέτρων στο βαθμό που αυτά δεν έθεταν σε κίνδυνο την αξιοπρεπή διαβίωση του πολίτη και θα λαμβάνονταν με σεβασμό στις αρχές της αναλογικότητας, της αναλογικής ισότητας και της ορθολογιστικής στάθμισης συγκρουόμενων θεμιτών συμφερόντων.

Για να καταλήξει στην απόφασή του περί συνταγματικότητας των προβλεφθεισών μειώσεων απολαβών και συντάξεων, το Ανώτατο Δικαστήριο έλαβε, πρόσθετα, υπόψη τις ειδικότερες ρυθμίσεις που προέβλεψε και εισήγαγε ο Ν. 168(Ι)/2012 και οι μετέπειτα τροποποιήσεις αυτού. Συγκεκριμένα, έλαβε υπόψη τη ρύθμιση περί κλιμακωτής μείωσης στους μισθούς και συντάξεις και τον αναλογικό ίσο τρόπο με τον οποίο εφαρμόστηκε, που είχε ως απώτερο σκοπό η επιβάρυνση να είναι ανάλογη με τα εισοδήματα και στα χαμηλότερα εισοδήματα να είναι μηδενική έως χαμηλή. Περαιτέρω, έλαβε υπόψη την έκτακτη μορφή του μέτρου ήτοι το γεγονός ότι οι προβλεφθείσες αποκοπές εισήχθησαν το 2019 με μειωτική πορεία και με προβλεπόμενο πλήρη τερματισμό από την 01.01.2023.

Εν σχέσει με τις αποκοπές στα συνταξιοδοτικά ωφελήματα και εισφορές που προέβλεψε και εισήγαγε ο Ν. 113(Ι)/2011, το Δικαστήριο αποφάσισε ότι πρόκειται για αποκοπές και εισφορές που συνδέονται άμεσα με τη διασφάλιση μιας κεκτημένης πραγματικής προοπτικής των επηρεαζόμενων, ήδη υπηρετούντων, υπαλλήλων να τύχουν των ωφελημάτων από τη συμμετοχή τους στο Κυβερνητικό Σχέδιο Συντάξεων, η οποία δεν θα ήταν βιώσιμη με άλλο μέσο.

Η πολυσήμαντη αυτή απόφαση καταλήγει, ενόψει των όσων παρατέθηκαν, ότι οι αποκοπές με τον Ν. 168(Ι)/2013, Ν. 31(Ι)/2013, Ν. 94(Ι)/2018 και Ν.113(Ι)/2011, δεν επηρεάζουν τον πυρήνα του δικαιώματος σε μισθό και σύνταξη, ούτε και θέτουν σε κίνδυνο την αξιοπρεπή διαβίωση των Εφεσιβλήτων και υπό τις περιστάσεις, δεν συνιστούν στέρηση περιουσίας και παραβίαση ιδιοκτησιακού δικαιώματος, υπό την έννοια του Άρθρο 23 του Συντάγματος.

Όσον αφορά τις μη αποδοθείσες προσαυξήσεις, το Δικαστήριο κατέληξε ότι, αυτές καταβάλλονται υπό προϋποθέσεις που αφορούν τον εκάστοτε υπάλληλο. Ως εκ τούτου, το Δικαστήριο θεώρησε ότι δεν είχε καταδειχθεί από τους Εφεσίβλητους η απόκτηση ανάλογης προσδοκίας για προσαύξηση που να συνιστά κατοχυρωμένο ιδιοκτησιακό δικαίωμα. Όμοια ήταν η απόφαση του Δικαστηρίου αναφορικά με το μη αποδοθέν τιμαριθμικό επίδομα, για το οποίο κρίθηκε ότι αυτό καταβάλλεται υπό προϋποθέσεις και στην κρινόμενη περίπτωση, οι Εφεσίβλητοι δεν κατάφεραν να θεμελιώσουν ιδιοκτησιακό δικαίωμα.

Δεν παραβλέπουμε ότι, η υπό αναφορά απόφαση αποτελεί απόφαση της πλειοψηφίας των Δικαστών του Ανωτάτου Δικαστηρίου. Υπήρξε δε, μειοψηφούσα άποψη από τέσσερεις Δικαστές του Ανωτάτου Δικαστηρίου, οι οποίοι επεξήγησαν τους λόγους για τους οποίους θα απέρριπταν τις Συνεκδικαζόμενες Εφέσεις,

Η απόφαση του Ανωτάτου Δικαστηρίου αποτελεί απόφαση σταθμό για την εγχώρια έννομη τάξη και δημιουργεί ένα σημαντικό και σοβαρό προηγούμενο. Ως απότοκο αυτής, το κράτος μπορεί πλέον, νομίμως και με πλήρη πίστη και υπακοή προς το Σύνταγμα της Κυπριακής Δημοκρατίας, να προβεί σε ανάλογους περιορισμούς του δικαιώματος στην ιδιοκτησία, οι οποίοι θα πρέπει να είναι πλήρως αιτιολογημένοι και αναλογικοί, προς τον σκοπό τον οποίο στοχεύουν να εξυπηρετήσουν.

Ως προς το άμεσο αντίκτυπο αυτής της απόφασης στην κοινωνία, οι όποιες μειώσεις είχαν επέλθει σε απολαβές και συντάξεις, βάσει των προαναφερθέντων Νόμων, δεν υπάρχει υποχρέωση όπως καταβληθούν, καθώς και οι όποιες μη αποδοθείσες προσαυξήσεις και το μη αποδοθέν τιμαριθμικό επίδομα.

Μαριλίζα Καλαϊτζάκη

Δικηγόρος | Δικαστηριακό Τμήμα